logo


Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Tο Συμβούλιο είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο συστήθηκε από τις ιδρυτικές συνθήκες τη δεκαετία του 1950. Εκπροσωπεί τα κράτη μέλη και στις συνεδριάσεις του παρευρίσκεται ένας υπουργός από κάθε κυβέρνηση κράτους μέλους της Ένωσης.

Το ποιος υπουργός παρευρίσκεται σε κάθε συνεδρίαση εξαρτάται από τα υπό συζήτηση θέματα. Αν, για παράδειγμα, το Συμβούλιο πρόκειται να συζητήσει περιβαλλοντικά ζητήματα, στη συνεδρίαση θα παρευρίσκεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος κάθε χώρας της Ένωσης και το Συμβούλιο θα χαρακτηρίζεται «Συμβούλιο Περιβάλλοντος».

 

Οι σχέσεις της Ένωσης με τον υπόλοιπο κόσμο συζητούνται στο «Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων». Αλλά το Συμβούλιο στη συγκεκριμένη σύνθεσή του έχει και την ευρύτερη ευθύνη για γενικά θέματα πολιτικής, συνεπώς στις συνεδριάσεις του παρευρίσκεται οποιοσδήποτε υπουργός ή υφυπουργός επιλέξει κάθε κυβέρνηση.

 

Συνολικά, το Συμβούλιο συνεδριάζει υπό εννέα διαφορετικές συνθέσεις:

  • Γενικές Υποθέσεις και Εξωτερικές Σχέσεις
  • Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις («ECOFIN»)
  • Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις (ΔΕΥ)
  • Απασχόληση, κοινωνική πολιτική, υγεία και καταναλωτές.
  • Ανταγωνιστικότητα
  • Μεταφορές, τηλεπικοινωνίες και ενέργεια.
  • Γεωργία και αλιεία
  • Περιβάλλον
  • Παιδεία, Νεολαία και Πολιτισμός

Κάθε υπουργός που συμμετέχει στο Συμβούλιο είναι εξουσιοδοτημένος να αναλαμβάνει δεσμεύσεις εξ ονόματος της κυβέρνησής του. Με άλλα λόγια, η υπογραφή του υπουργού ισοδυναμεί με υπογραφή ολόκληρης της κυβέρνησης. Επιπλέον, κάθε υπουργός που συμμετέχει στο Συμβούλιο είναι υπεύθυνος ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου του και των πολιτών τους οποίους αντιπροσωπεύει το κοινοβούλιο, πράγμα που εξασφαλίζει τη δημοκρατική νομιμότητα των αποφάσεων του Συμβουλίου.

 

Το ανώτερο τέσσερις φορές κάθε χρόνο οι πρόεδροι και/ή οι πρωθυπουργοί των κρατών μελών, μαζί με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνεδριάζουν ως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Στις εν λόγω συνεδριάσεις «κορυφής» καθορίζεται η γενική πολιτική της Ένωσης και ρυθμίζονται θέματα που δεν ήταν δυνατό να διευθετηθούν σε χαμηλότερο επίπεδο (δηλαδή από τους υπουργούς στις κανονικές συνεδριάσεις του Συμβουλίου). Δεδομένης της σημασίας τους, οι συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου συνεχίζονται συχνά μέχρι αργά τη νύχτα και προσελκύουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των ΜΜΕ.


Τι κάνει το Συμβούλιο;

 

Οι κύριες αρμοδιότητες του Συμβουλίου είναι οι εξής:

  1. Θεσπίζει ευρωπαϊκούς νόμους, από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε πολλούς τομείς πολιτικής.
  2. Συντονίζει τη γενική οικονομική πολιτική των κρατών μελών.
  3. Συνομολογεί διεθνείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και ενός ή περισσοτέρων κρατών ή διεθνών οργανισμών.
  4. Εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ένωσης από κοινού με το Ευρωπαϊκό    Κοινοβούλιο.
  5. Αναπτύσσει την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ένωσης βάσει γενικών προσανατολισμών που καθορίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
  6. Συντονίζει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστικών και αστυνομικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις

Οι περισσότερες από τις αρμοδιότητες αυτές αφορούν τον «κοινοτικό» τομέα - δηλ. τομείς δραστηριότητας όπου τα κράτη μέλη έχουν αποφασίσει να εκχωρήσουν την κυριαρχία τους και να αναθέσουν εξουσίες λήψης αποφάσεων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Ο τομέας αυτός αποτελεί τον «πρώτο πυλώνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, οι τελευταίες δύο αρμοδιότητες αφορούν κατά μέγα μέρος τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη δεν έχουν εκχωρήσει τις εξουσίες τους, αλλά απλώς συνεργάζονται Αυτό αποκαλείται «διακυβερνητική συνεργασία» και καλύπτει τον δεύτερο και τον τρίτο «πυλώνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Το έργο του Συμβουλίου περιγράφεται λεπτομερέστερα στη συνέχεια.

 

1.Νομοθεσία

 

Μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας εκδίδεται από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο από κοινού.

Κατά κανόνα, το Συμβούλιο ενεργεί μόνον κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, ενώ η Επιτροπή φυσιολογικά είναι υπεύθυνη να εξασφαλίζει ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία, αφής στιγμής εκδοθεί, εφαρμόζεται σωστά.

 

2. Συντονισμός της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών Οι χώρες της Ένωσης έχουν αποφασίσει ότι επιθυμούν μια γενική οικονομική πολιτική που να βασίζεται σε στενό συντονισμό μεταξύ των εθνικών οικονομικών πολιτικών τους. Ο συντονισμός αυτός εξασφαλίζεται από τους υπουργούς οικονομίας και οικονομικών που αποτελούν συλλογικά το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων («ECOFIN»).

 

Οι χώρες της Ένωσης επιθυμούν επίσης να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις απασχόλησης και να βελτιώσουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα καθώς και τα συστήματα υγείας και κοινωνικής προστασίας. Μολονότι κάθε χώρα της Ένωσης είναι υπεύθυνη για την πολιτική της στους τομείς αυτούς, οι χώρες της Ένωσης μπορούν να καθορίσουν κοινούς στόχους και να διδαχθούν η μία από την εμπειρία της άλλης για να επιτύχουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Η εν λόγω διαδικασία αποκαλείται «ανοικτή μέθοδος συντονισμού», και λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του Συμβουλίου.

 

3. Σύναψη διεθνών συμφωνιών

 

Κάθε χρόνο, το Συμβούλιο «συνομολογεί» (δηλ. υπογράφει επισήμως) διάφορες συμφωνίες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών, ή διεθνών οργανισμών. Οι συμφωνίες αυτές μπορούν να καλύπτουν ευρείς τομείς, όπως το εμπόριο, η συνεργασία και η ανάπτυξη ή να αφορούν ειδικά θέματα όπως η κλωστοϋφαντουργία, η αλιεία, οι επιστήμες και η τεχνολογία, οι μεταφορές κλπ.

 

Επιπλέον, το Συμβούλιο συνομολογεί συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης σε τομείς όπως η φορολογία, το εταιρικό δίκαιο ή η προξενική προστασία. Οι συμβάσεις μπορούν να αφορούν επίσης τη συνεργασία για θέματα ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

 

4. Έγκριση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης εγκρίνεται από κοινού από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

5. Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας

 

Τα κράτη μέλη συνεργάζονται για την ανάπτυξη μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Αλλά η εξωτερική πολιτική, η ασφάλεια και η άμυνα είναι ζητήματα τα οποία παραμένουν υπό τον ανεξάρτητο έλεγχο των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη δεν έχουν εκχωρήσει την εθνική κυριαρχία τους στους τομείς αυτούς, πράγμα που σημαίνει ότι ο ρόλος του Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι περιορισμένος. Εντούτοις, οι χώρες της Ένωσης μπορούν να κερδίσουν πολλά αν συνεργαστούν στους τομείς αυτούς, ενώ το κύριο βήμα γι' αυτή τη «διακυβερνητική συνεργασία» είναι το Συμβούλιο.

 

Για να είναι σε θέση να αντιδρά αποτελεσματικότερα στις διεθνείς κρίσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε μια «Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης». Δεν πρόκειται για έναν ευρωπαϊκό στρατό: το προσωπικό της συνεχίζει να ανήκει στις εθνικές ένοπλες δυνάμεις και να τελεί υπό εθνική διοίκηση, ενώ ο ρόλος της περιορίζεται στην εκπλήρωση ανθρωπιστικών ή ειρηνευτικών καθηκόντων και άλλων επιχειρήσεων διάσωσης και αντιμετώπισης κρίσεων. Το 2003, για παράδειγμα, η Ένωση διεξήγαγε στρατιωτική επιχείρηση (με κωδικό όνομα Άρτεμις) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, και το 2004 άρχισε ειρηνευτική επιχείρηση (κωδικό όνομα Αλθαία) στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

 

Στις επιχειρήσεις αυτές το Συμβούλιο επικουρείται από :

  • την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (PSC)
  • τη Στρατιωτική Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUMC) και
  • το Επιτελείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUMS), το οποίο αποτελείται από στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες αποσπασμένους στη Γραμματεία του Συμβουλίου από τα κράτη μέλη.

 

6. Ελευθερία, ασφάλεια και δικαιοσύνη

 

Οι πολίτες της Ένωσης είναι ελεύθεροι να εγκατασταθούν και να εργασθούν σε οποιαδήποτε χώρα της Ένωσης που θα επιλέξουν. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουν ισότιμη πρόσβαση στην πολιτική δικαιοσύνη σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το λόγο αυτό τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να συνεργαστούν ώστε, για παράδειγμα, μια δικαστική απόφαση που εκδίδεται σε χώρα της Ένωσης για υπόθεση διαζυγίου ή επιμέλειας παιδιού να αναγνωρίζεται σε όλες τις άλλες χώρες της Ένωσης.

 

Η ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση είναι προς μεγάλο όφελος των νομοταγών πολιτών, αλλά μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης εκ μέρους των διεθνών εγκληματιών και τρομοκρατών. Η αντιμετώπιση του διασυνοριακού εγκλήματος απαιτεί τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, των αστυνομικών δυνάμεων, των τελωνειακών υπαλλήλων και των αρχών μετανάστευσης όλων των χωρών της Ένωσης.

Θα πρέπει να εξασφαλιστεί, για παράδειγμα,

  • ότι τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης αστυνομεύονται αποτελεσματικά,
  • ότι οι τελωνειακές και οι αστυνομικές αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά τις κινήσεις υπόπτων για λαθρεμπόριο ναρκωτικών ή διακίνηση ανθρώπων,
  • ότι οι αιτήσεις ασύλου αξιολογούνται και διεκπεραιώνονται κατά τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, ώστε να αποτραπεί το φαινόμενο της «αναζήτησης ασύλου» («forum shopping»).

Των θεμάτων αυτών επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων – δηλαδή, οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Εσωτερικών. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας ενιαίος «χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» εντός των συνόρων της Ένωσης.


Πώς οργανώνονται οι εργασίες του Συμβουλίου;

 

ΕΜΑ (COREPER)

 

Κάθε κράτος μέλος της Ένωσης διαθέτει στις Βρυξέλλες μια μόνιμη ομάδα («αντιπροσωπεία») που το εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντά του στο επίπεδο της Ένωσης. Ο επικεφαλής κάθε αντιπροσωπείας είναι στην ουσία ο πρέσβης της χώρας του στην Ένωση.

 

Αυτοί οι πρέσβεις (γνωστοί ως «μόνιμοι αντιπρόσωποι») συνεδριάζουν κάθε εβδομάδα στο πλαίσιο της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ). Η επιτροπή αυτή έχει ως έργο την προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου σε όλους τους τομείς, εκτός από το γεωργικό, με τον οποίο ασχολείται η Ειδική Επιτροπή Γεωργίας. Η ΕΜΑ επικουρείται από μια σειρά ομάδων εργασίας τις οποίες απαρτίζουν στελέχη των εθνικών διοικήσεων.

 

Η Προεδρία του Συμβουλίου

 

Η Προεδρία του Συμβουλίου ασκείται εκ περιτροπής από κάθε κράτος μέλος για περίοδο έξι μηνών. Με άλλα λόγια, κάθε κράτος μέλος της Ένωσης αναλαμβάνει διαδοχικά την ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου και προεδρεύει όλων των συνεδριάσεων επί ένα εξάμηνο, προωθώντας τις νομοθετικές και πολιτικές αποφάσεις και διαπραγματευόμενο συμβιβαστικές λύσεις μεταξύ των κρατών μελών.

 

Αν, για παράδειγμα, το δεύτερο εξάμηνο του 2009, προβλέπεται να συγκληθεί το Συμβούλιο Περιβάλλοντος, θα προεδρεύεται από τον Σουηδό υπουργό Περιβάλλοντος, εφόσον την Προεδρία του Συμβουλίου θα ασκεί την εποχή εκείνη η Σουηδία.

 

Η Γενική Γραμματεία

 

Η Προεδρία επικουρείται από τη Γενική Γραμματεία, η οποία ασχολείται με την προετοιμασία και την ομαλή λειτουργία των εργασιών του Συμβουλίου σε όλα τα επίπεδα.

 

Το 2004, Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου επαναδιορίστηκε ο κ. Javier Solana. Ο Γενικός Γραμματέας αποτελεί επίσης ύπατο εκπρόσωπο για την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), και με αυτή την ιδιότητα συμμετέχει στο συντονισμό της δράσης της Ένωσης στην παγκόσμια σκηνή. Με βάση τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ο ύπατος εκπρόσωπος θα αντικατασταθεί από έναν υπουργό εξωτερικών υποθέσεων της Ένωσης.

Ο Γενικός Γραμματέας επικουρείται από αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την οργανωτική διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας.

 

Αριθμός ψήφων ανά χώρα

 

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με ψηφοφορία. Όσο μεγαλύτερος είναι ο πληθυσμός μιας χώρας, τόσο περισσότερες ψήφους διαθέτει, αλλά οι αριθμοί σταθμίζονται υπέρ των χωρών με τον μικρότερο πληθυσμό:

 

Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο

29

Ισπανία και Πολωνία

27

Ρουμανία:

14

Κάτω Χώρες:

13

Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Ελλάδα, Ουγγαρία και Πορτογαλία:

12

Αυστρία, Βουλγαρία και Σουηδία:

10

Δανία, Ιρλανδία, Λιθουανία, Σλοβακία και Φινλανδία:

7

Κύπρος, Εσθονία, Λετονία, Λουξεμβούργο και Σλοβενία:

4

Μάλτα:

3

 

ΣΥΝΟΛΟ

345

 

Λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία

 

Σε ορισμένους πολύ ευαίσθητους τομείς, όπως είναι η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, η φορολογία καθώς και η πολιτική στους τομείς του ασύλου και της μετανάστευσης, οι αποφάσεις του Συμβουλίου πρέπει να λαμβάνονται με ομοφωνία. Με άλλα λόγια, στους τομείς αυτούς, κάθε κράτος μέλος διαθέτει δικαίωμα βέτο.

Αντίθετα, όσον αφορά τα περισσότερα ζητήματα, το Συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις με ‘ειδική πλειοψηφία’.

Ειδική πλειοψηφία επιτυγχάνεται:

  • εάν υπάρξει έγκριση από την πλειοψηφία των κρατών μελών (σε ορισμένες περιπτώσεις από την πλειοψηφία των δύο τρίτων) και
  • εάν ληφθούν τουλάχιστον 255 θετικές ψήφοι, — πράγμα που αντιστοιχεί στο 73,9% του συνόλου.

Επιπλέον, κάθε κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να επιβεβαιωθεί ότι οι θετικές ψήφοι αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 62% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης. Αν διαπιστωθεί ότι αυτό δεν ισχύει, η απόφαση δεν εγκρίνεται.

 

 

 



ΠΗΓΗ: http://europa.eu/institutions/inst/council/index_el.htm



Ισχυς από: EasyConsole