Αν ανασκοπήσει κανείς με την συμπλήρωση σχεδόν τριανταπέντε χρόνων από την εισβολή της Τουρκίας και την κατοχή της βόρειας Κύπρου την πορεία των προσπαθειών για επίτευξη λύσης στο πρόβλημα, εύκολα μπορεί να καταλήξει σε κάποιες διαπιστώσεις.
· Ότι κάθε προσπάθεια για μια λογική, δίκαιη, βιώσιμη λύση που να δημιουργεί προϋποθέσεις διάρκειας και άρα συνθηκών μόνιμης ειρήνευσης, συνεργασίας και ευημερίας για το σύνολο των Κυπρίων, προσκρούει στην αδιαλλαξία της Άγκυρας
· Ότι στις περιπτώσεις που η δική μας πλευρά θέλησε να κάνει κάποιες παραχωρήσεις για να διευκολύνει την κατάσταση αυτές έχουν καταγραφεί και θεωρούνται δεδομένες ενώ καμιά τουρκική ανάλογη ενέργεια δεν έγινε, πέρα από τις συμφωνίες ψηλού επιπέδου 77-79 που και αυτές δεν τις τηρεί
· Ότι ο χρόνος άρχισε να δρα προς την κατεύθυνση της παγίωσης των τετελεσμένων
· Ότι δεν επετεύχθη λύση όχι γιατί ήταν «πεισματάρης και απορριπτικός» ο Σπύρος Κυπριανού ή ο Τάσσος Παπαδόπουλος, εφόσον την ίδια αντιμετώπιση είχαν και «διαλλακτικότεροι» Πρόεδροι
· Ότι χρειάζεται το ταχύτερο να επανεξετάσουμε τη θέση μας και να αποφασίσουμε και άλλα μέτρα ή ενέργειες πριν να είναι πολύ αργά.
Ο κ. Ντενκτάς είχε ένα όραμα, το οποίο με την δύναμη των αμερικανικής προέλευσης τουρκικών όπλων έθεσε σε εφαρμογή και κατάφερε να εκπληρώσει σε μεγάλο βαθμό 35 χρόνια τώρα. Να κατέχει, να σφετερίζεται και να επιδιώκει να νομιμοποιήσει τη κατοχή στη βόρεια Κύπρο.
Το όραμα του κ. Ντενκτάς φαίνεται ότι δεν είναι κάτι που απορρίπτει ο κ. Ταλάτ. Κάτι που θα ήταν διατεθειμένος να προσπεράσει.
Αλλά και να ήταν διατεθειμένος να μην μείνει προσκολλημένος σε οράματα βουτηγμένα στο αίμα, στην αδικία, απάνθρωπα και εστίες περισσότερων προβλημάτων, έχει στην πραγματικότητα την εξουσία ή την δύναμη όχι απλά να καταλήξει σε μια συμφωνία έστω και με ακόμα πιο δραματικές παραχωρήσεις από την πλευρά μας από τις ήδη τραγικά προωθημένες που έχουν καταγραφεί, αλλά και
· Να διώξει από την Κύπρο τα κατοχικά στρατεύματα
· Να στείλει πίσω στην Τουρκία τους έποικους
· Να εφαρμόσει τις βασικές ελευθερίες και δικαιώματα των εκτοπισμένων
ώστε να επέλθει η ηρεμία, η βιώσιμη και λειτουργική λύση, η μόνιμη ειρήνευση, η συνεργασία και η ευημερία όλων των Κυπρίων;
Και να γινόταν το θαύμα, να κατέληγε η σε εξέλιξη προσπάθεια σε συμφωνία για μια τέτοια λύση θα ήταν ακόμα υπό την αίρεση ότι θα πρέπει να τη δεχτεί η Τουρκία η οποία και θα πρέπει να εφαρμόσει τουλάχιστον τις καθοριστικά σημαντικές διεθνείς πτυχές.
Ερχόμαστε δηλαδή σ αυτό που έλεγε ο Σπύρος Κυπριανού με την πολιτική της πρόταξης, ότι όταν βρεθεί μια σωστή λύση στα σημαντικά ζητήματα, τότε όλα τα άλλα είναι εύκολο να επιλυθούν.
Βέβαια το να διαπιστώνει κανείς τα αντικειμενικά δεδομένα είναι σοφία ενώ την ίδια ώρα το να απορρίπτει τα πάντα χωρίς να προτείνει λύσεις είναι ανευθυνότητα.
Εφόσον η αλήθεια είναι αυτή, και το ξέρουμε όλοι, τότε αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος σαν να ήταν πρόβλημα διακοινοτικό και όχι διεθνές δεν είναι σωστή και ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε και άλλες πηγές ενίσχυσης, βάζοντας πάνω απ όλα το συμφέρον της Κύπρου : συμφέρει την Κύπρο η ένταξη σε διεθνείς στρατιωτικούς ή άλλους οργανισμούς; να ενταχθεί, συμφέρει η επανεξέταση των συμμαχιών μας; Να τις επανεξετάσουμε. Αλλά πάντως πρέπει σύντομα να γίνουν πράγματα γιατί ήδη άρχισε να πλανιέται στον αέρα το «πάλι με χρόνια με καιρούς…..» .
Αντρέας Χειμωνίδης
Πολιτικός Επιστήμονας
9/3/2009.
Μπορεί να υπάρξει λύση με τον κ. Ταλάτ;