Το ζήτημα της ένταξης ή μη της Κυπριακής Δημοκρατίας στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα το οποίο έρχεται ξανά στην επικαιρότητα με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, κ. Anders Fogh Rasmussen, στην ελληνική πρωτεύουσα.
Η συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα συνεργασίας, εκτός από την ευρύτερη πολιτική της σημασία την οποία κάποιος μπορεί να επικροτεί ή να απορρίπτει, έχει και την ακόλουθη πρακτική σημασία. Το γεγονός μη-ένταξης μας εμποδίζει από την συμμετοχή σε επιχειρήσεις τύπου Petersberg της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ).
Επίσης, θεωρείται ιδιαίτερα ζημιογόνο για τα εθνικά μας συμφέροντα το γεγονός ότι κάθε φορά που συζητούνται διαβαθμισμένες πληροφορίες προερχόμενες από το ΝΑΤΟ και ζητήματα της Berlin Plus Agenda (επιχειρησιακή αξιοποίηση των δομών του ΝΑΤΟ από την ΕΕ), οι εκπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας (διπλωμάτες, υπουργοί, στρατηγοί) είναι υποχρεωμένοι να αποχωρούν από τις αίθουσες λήψης αποφάσεων της ΕΕ και να εισέρχονται σε αυτές οι ομόλογοι της Τουρκίας. Κι αυτό, γιατί η Κύπρος δεν είναι ούτε μέλος του ΝΑΤΟ, ούτε του Συνεταιρισμού και ως εκ τούτου δεν μπορούν να της κοινοποιούνται αυτού του είδους οι πληροφορίες. Συνεπώς, μένουμε δραματικά απόντες από τις γεωστρατηγικές εξελίξεις στην περιοχή μας. Εννοείται φυσικά ότι η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, συμμετέχει και μάλιστα ενεργά.
Σημειώνουμε ότι, μετά την επαναπροσχώρηση της Μάλτας στον Συνεταιρισμό το 2008, η Κυπριακή Δημοκρατία έμεινε το μοναδικό κράτος μέλος της ΕΕ που δεν συμμετέχει. Συμμετέχουν επίσης, τόσο η Ρωσία όσο και η Σερβία, οι οποίες παραδοσιακά βρέθηκαν απέναντι στο ΝΑΤΟ.
Ακόμα ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της ένταξης στον Συνεταιρισμό αποτελεί και το γεγονός ότι η Κύπρος, όταν υπέβαλε την αίτηση ένταξης στην ΕΕ, αποφάσισε ότι θα αναλάμβανε το οικονομικό, κοινωνικό και οποιοδήποτε άλλο τίμημα της εναρμόνισης με το κεκτημένο, λόγω του ότι η ένταξη στην ΕΕ θα αποτελούσε ‘καταλυτικό παράγοντα’ για την διαφύλαξη των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Με την μη ένταξη της στον Συνεταιρισμό όμως, η Κύπρος εξουδετερώνει ουσιαστικά ένα μεγάλο μέρος των πλεονεκτημάτων που της προσφέρει η στρατηγική της θέση, ενώ αντιστρατεύεται την δικαιολογητική βάση της ένταξής στην ΕΕ που ήταν κυρίως το ζήτημα της ασφάλειας.
Από την άλλη, οι δύο βασικότερες προκαταλήψεις που θέλουν την Κυπριακή Δημοκρατία να μένει εκτός του Συνεταιρισμού είναι αφενός ότι “δεν είναι σωστό να ενταχθούμε σε ένα μηχανισμό υπό την κηδεμονία του ΝΑΤΟ” και αφετέρου ότι “έτσι κι αλλιώς, η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, θα ασκήσει βέτο σε μια τέτοια προσπάθεια για ένταξη”.
Απαντώντας στο πρώτο σημείο, θα λέγαμε ότι το ΝΑΤΟ στην Κύπρο εξυπηρετείται ήδη μέσω των Βρετανικών βάσεων και της Τουρκίας, ως κατοχικής δύναμης. Εξάλλου, το να εγκαθιδρύσεις ένα διάλογο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ”υποκύπτεις”. Με απλά λόγια, το όλο σύστημα λειτουργεί έτσι κι αλλιώς και χωρίς τη συμμετοχή της Κύπρου, η οποία (μη συμμετοχή) αντικειμενικά την βάζει στο περιθώριο των εξελίξεων. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, ένα πιθανό Τουρκικό Veto θα ενοχλούσε ιδιαίτερα τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, εκθέτοντας την Τουρκία ανεπανόρθωτα αφού θα συνέχιζε να παραλύει τον πολιτικό διάλογο ΕΕ-ΝΑΤΟ.
Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας είναι βαρύνουσας σημασίας και η πλήρης συμμετοχή μας στα κέντρα λήψης αποφάσεων που την αφορούν περνά μέσα από την υποβολή αίτησης για ένταξη στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στους μηχανισμούς της ΕΕ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι αποσπασματική. Χωρίς ιδεολογικές εμμονές, η ένταξη στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη θα είναι πραγματικά ωφέλιμη για την Κυπριακή Δημοκρατία, αφού ως πολλαπλασιαστής ισχύος θα ισχυροποιήσει την διαπραγματευτική της ικανότητα ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου και κυρίαρχο κράτος.
[Δημοσιεύθηκε στην ‘Σημερινή’ στις 6/09/09 και στον ‘Φιλελεύθερο’ στις 13/09/09]
19/9/2009