Τις τελευταίες ημέρες έχω δεχτεί έντονες επιθέσεις για την κριτική που άσκησα στην πολιτική που ακολουθεί ο Πρόεδρος Χριστόφιας στο Κυπριακό.
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι ουδείς εκ των επικριτών μου σχολίασε και ούτε απάντησε στην ουσία των όσων ανέφερα στη Βουλή. Όλοι περιορίστηκαν στο να επικρίνουν το γεγονός ότι «ασκώ κριτική στον Πρόεδρο Χριστόφια τη στιγμή που το κόμμα στο οποίο ανήκω ψήφισε τον Πρόεδρο και μετέχει στην κυβέρνηση του».
Κατ’ αρχή, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι δεν εκχωρώ σε κανένα το δικαίωμα μου, ως πολίτης αλλά και ως Βουλευτής, να εκφράζω ελεύθερα και δημοσίως τις απόψεις μου, ειδικά όταν πρόκειται για το Κυπριακό, η εξέλιξη του οποίου θα επηρεάσει καθοριστικά το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού, το μέλλον των παιδιών μας. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, όλοι όσοι εκφράζουμε απόψεις, κρινόμαστε και θα κριθούμε από το λαό.
Επιπλέον, αυτό το επιχείρημα είναι ιδιαίτερα περίεργο, λαμβάνοντας υπόψη πως μέχρι σήμερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αρνηθεί επίσημο αίτημα μας για να περιλάβει έστω και ένα στέλεχος του ΔΗΚΟ στις Ομάδες Εργασίας, στις Τεχνικές Επιτροπές και στη διαπραγματευτική του ομάδα.
Επίσης, ο Πρόεδρος δεν εισάκουσε στο παρελθόν τις εισηγήσεις του ΔΗΚΟ αναφορικά με τη συμφωνία της 23ης Μαϊου, την έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων και τις υπαναχωρήσεις στις οποίες προέβη χωρίς να εισπράττει ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Επομένως, πρέπει να υποβάλω ένα ερώτημα: πότε ακριβώς ο Πρόεδρος έχει επιδείξει τέτοια συμπεριφορά προς το ΔΗΚΟ έτσι ώστε να δικαιολογούνται οι προτροπές, απειλές και οι φοβέρες για να σιγήσουμε;
Θα προτιμούσαν οι ίδιοι επικριτές ν’αποκρύψουμε ως Κόμμα τις διαφωνίες μας και να τις φανερώσουμε 6 μήνες πριν από τις Προεδρικές εκλογές; Προσωπικά θεωρώ πως μία τέτοια συμπεριφορά δεν θα ήταν έντιμη έναντι του κ. Χριστόφια και έναντι του λαού.
Θ’αποφύγω λοιπόν τον πειρασμό να απαντήσω στην έντονη επίθεση που έχω δεχτεί και θα ζητήσω από τους επικριτές μου να απαντήσουν ή να σχολιάσουν την ουσία όσων ανέφερα.
Και η ουσία είναι ότι, με τους χειρισμούς του κ. Χριστόφια, η Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 (Συμφωνία την οποία ο κ. Χριστόφιας δεσμεύτηκε προεκλογικώς να εφαρμόσει) έχει ενταφιαστεί και έχει αντικατασταθεί από την ατυχέστατη Συμφωνία της 23ης Μαΐου 2008, όπως ακριβώς επεδίωκε η Τουρκία.
Η εφαρμογή της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, θα οδηγούσε σε έναρξη διαπραγματεύσεων πάνω σε μια σωστή βάση, μετά από την κατάλληλη προετοιμασία στις Ομάδες Εργασίας και στις Τεχνικές Επιτροπές. Αντίθετα, η Συμφωνία της 23ης Μαΐου, η οποία έχει καταστεί πλέον η βάση της λύσης, έχει ανοίξει το δρόμο για μία λύση «συνομοσπονδίας» όσο και αν κάποιοι δεν το παραδέχονται.
Για πρώτη φορά σε έγγραφο το οποίο έχει υπογράψει και η δική μας πλευρά καταγράφονται οι όροι «Συνεταιρισμός» και «δύο κράτη». Το μέγεθος του σφάλματος της Συμφωνίας της 23ης Μαΐου αποδεικνύεται από το γεγονός πως πλέον καταβάλλονται τεράστιες προσπάθειες από την πλευρά μας για να απαλειφθούν οι όροι αυτοί από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και τα συμπεράσματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεν έχει σημασία ποια ερμηνεία δίνουμε εμείς σε αυτούς τους όρους αλλά πως τους αξιοποιεί η Τουρκία για τις δικές της επιδιώξεις.
Ο ενταφιασμός της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου 2006 και η υπογραφή της Συμφωνίας της 23ης Μαΐου 2008, οδήγησαν στην έναρξη διαπραγματεύσεων χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία και χωρίς να ξεκαθαριστεί η βάση τους, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε πλέον ενώπιον δύο κινδύνων (α) είτε να οδηγηθούμε σε αδιέξοδο είτε (β) να οδηγηθούμε σε ένα σχέδιο τύπου Ανάν.
Η εξήγηση που δίνεται από τους επικριτές μου είναι ότι με τους χειρισμούς Χριστόφια και την 23η Μαΐου 2008 πετύχαμε την αποδοχή από τον Ταλάτ του όρου «διζωνική, δικοινοτική Ομοσπονδία» και πετύχαμε «κινητικότητα».
Κατά την άποψη μου, οι απαντήσεις σε αυτές τις εξηγήσεις είναι απλές: Πρώτο, η αποδοχή από τον Ταλάτ των όρων «διζωνική, δικοινοτική Ομοσπονδία» επιτεύχθηκε με τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου (την οποία, σημειώνω, χαιρέτιζαν όλοι προεκλογικά).
Δεύτερο, η κινητικότητα δεν είναι αυτοσκοπός αλλά χρειάζεται να γίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση. Στην προκειμένη περίπτωση όλοι συμφωνούν και παραδέχονται πλέον πως λόγω του μη ξεκαθαρίσματος της βάσης των διαπραγματεύσεων, κινούμαστε είτε προς αδιέξοδο είτε προς επαναφορά του Σχεδίου Ανάν.
Η ουσία λοιπόν της κριτικής παραμένει αφού στηρίχθηκε σε γεγονότα. Γεγονότα τα οποία, δυστυχώς, δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.
Καλές Γιορτές σε όλους